Το κόστος «εμπόδιο» των ασθενών με ρευματικές παθήσεις στην θεραπεία

Εθνικό Σχέδιο Δράσης
Τις υψηλότερες δαπάνες στα δημόσια συστήματα Υγείας προκαλούν οι ρευματικές παθήσεις, αφού μόνο για την αντιμετώπιση της αρθρίτιδας στην Ευρώπη δαπανώνται κάθε χρόνο περισσότερα από 240 δισεκατομμύρια ευρώ, για υγειονομική περίθαλψη, αναρρωτικές άδειες και πρόωρη συνταξιοδότηση. Ο οικονομικός αντίκτυπος αναμένεται να αυξηθεί στο μέλλον λόγω των δημογραφικών αλλαγών (γήρανση του πληθυσμού) και των αλλαγών στον τρόπο ζωής (παχυσαρκία, έλλειψη άσκησης κ.λπ.).
 
Οι ρευματικές παθήσεις προσβάλλουν περίπου το ένα τέταρτο των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στην Ελλάδα ανέρχεται στο 27%. Οι συχνότερες ρευματικές παθήσεις είναι η οστεοαρθρίτιδα, οι φλεγμονώδεις ρευματικές παθήσεις (ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα κ.λπ.), η ουρική αρθρίτιδα, τα διάχυτα νοσήματα του συνδετικού ιστού (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σκληρόδερμα κ.λπ.), η οστεοπόρωση και οι παθήσεις του εξωαρθρικού ρευματισμού (περιαρθρίτιδες, ινομυαλγία κ.λπ.).
 
Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα τουλάχιστον 67.000 άτομα και από σπονδυλαρθρίτιδες τουλάχιστον 49.000 άτομα. Τις τελευταίες δεκαετίες η εντατική θεραπεία αυτών των ασθενών με τροποποιητικά φάρμακα (κυρίως μεθοτρεξάτη και λεφλουνομίδη) βελτίωσε σημαντικά την επιβίωση και την ποιότητα ζωής. Ακόμα και έτσι όμως ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών (>30%) δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία και οδηγούνται τελικά σε αναπηρία και ελάττωση του προσδόκιμου ζωής.
 
Δικαίως λοιπόν οι ρευματικές παθήσεις θεωρούνται ως πρώτη αιτία χρόνιου προβλήματος υγείας, μακροχρόνιας και βραχυχρόνιας ανικανότητας, ιατρικών επισκέψεων καθώς και τη δεύτερη κατά σειρά αιτία χρήσης φαρμάκων με ή χωρίς ιατρική συνταγή. 
 
Με αφορμή την διοργάνωση προσυνεδριακής εκδήλωσης στα πλαίσια του Πανελλήνιου Ιατρικού Συμποσίου «Εαρινές Ημέρες Ρευματολογίας», ο πρόεδρος της Ελληνικής Ρευματολογικής Εταιρείας και Επαγγελματικής Ένωσης Ρευματολόγων Ελλάδας (ΕΡΕ-ΕΠΕΡΕ), Σπύρος Ασλανίδης, επισημαίνει ότι «σήμερα ο θεραπευτικός στόχος, είναι η επίτευξη ύφεσης ή έστω νόσου χαμηλής ενεργότητας (EULAR 2013). Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με πρώιμη διάγνωση, χορήγηση βιολογικών παραγόντων σε όσους ασθενείς δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική θεραπεία και συχνή και στενή παρακολούθηση».
 
Σύμφωνα με τον επίκουρο καθηγητή Οικονομικών και Πολιτικής Υγείας, Κυριάκο Σουλιώτη, «Το υψηλό κόστος των φαρμάκων αυτών αντισταθμίζεται, από τη μακροπρόθεσμη μείωση της συνολικής δαπάνης για την αντιμετώπιση των συνεπειών των χρόνιων αναπηρικών ρευματικών νοσημάτων».
 
Δύσκολη η πρόσβαση των ασθενών στη θεραπεία
Μελέτες στην Ελλάδα καταγράφουν προβλήματα στην πρόσβαση των ασθενών στον ρευματολόγο και στα απαραίτητα φάρμακα, αφού λόγω της οικονομικής κρίσης έχει μειωθεί η δυνατότητα των νοικοκυριών να χρηματοδοτούν ιδιωτικά τις ανάγκες τους, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.
 
Εξάλλου, από τους συνολικά 360 περίπου Έλληνες ρευματολόγους μόνο το 10% υπηρετεί σε Νοσοκομεία του ΕΣΥ ή Πανεπιστημιακές Κλινικές (κυρίως στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις Πανεπιστημιακές Κλινικές της Επαρχίας). Παράλληλα, αβέβαιη παραμένει η παραμονή των ρευματολόγων (20% του συνολικού αριθμού τους) στις κρατικές δομές της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας μετά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στην Δημόσια Υγεία. 
 
Για όλους τους παραπάνω λόγους η ΕΡΕ-ΕΠΕΡΕ σε συνεργασία με τις ενώσεις ασθενών με ρευματοπάθειες και ειδικούς επιστήμονες ανέλαβε τη σύνταξη και προώθηση του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τις Ρευματικές Παθήσεις». 
 
Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της ΕΡΕ-ΕΠΕΡΕ, Παναγιώτη Τρόντζα, κεντρικός στόχος της πρωτοβουλίας είναι η αφύπνιση της Πολιτείας και της κοινωνίας για την πρώιμη διάγνωση και την έγκαιρη και ορθή θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με ρευματικές παθήσεις, ώστε να μειωθεί η κοινωνική, οικονομική, ασφαλιστική, οικογενειακή και προσωπική επιβάρυνση που προκαλούν οι ασθένειες αυτές.
 
Το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις Ρευματικές Παθήσεις» περιλαμβάνει 7 άξονες:
 
Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού για τις ρευματικές παθήσεις.
Δράσεις προς φορείς πολιτικών υγείας (υγειονομικός χάρτης, κατευθυντήριες οδηγίες, θεραπευτικά και διαγνωστικά πρωτόκολλα κ.λπ.).
Aνάπτυξη αρχείων καταγραφών ασθενών (registries).
Βελτίωση των παροχών υπηρεσιών υγείας, προσβασιμότητα, διάθεση φαρμάκων, κώδικας ανικανότητας.
Εθελοντισμό, δράσεις και συνεργασία με σχετικούς φορείς για την κάλυψη ανασφαλίστων και μεταναστών.
Εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, των ασθενών και των οικογενειών τους.
Έρευνα για τις ρευματικές παθήσεις και τις συνέπειες τους.Για την υλοποίηση των δράσεων αυτών την πενταετία 2014-2019 η ΕΡΕ-ΕΠΕΡΕ θα επιδιώξει τετραμερή χρηματοδότηση από ίδιους πόρους, χορηγίες και δωρεές, κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό καθώς και από ευρωπαϊκά κονδύλια.
 
Στα πλαίσια της υλοποίησης του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης» η ΕΡΕ -ΕΠΕΡΕ ξεκινά άμεσα πανελλήνια ενημερωτική εκστρατεία στο κοινό για τις ρευματικές παθήσεις και το ρόλο του ρευματολόγου. Όπως ανέφερε στη συνέντευξη τύπου ο Project Leader του έργου, Αλέξης Τσαμούρης, η εκστρατεία περιλαμβάνει εκδηλώσεις κοινού, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές προβολές και καταχωρήσεις στον τύπο καθώς και κατασκευή ιστοσελίδας ενημέρωσης κοινού και διασύνδεση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. OL βασικοί στόχοι της εκστρατείας είναι:
– Η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού σχετικά με τα ρευματικά νοσήματα και την παραπομπή στο ρευματολόγο,
– Η ενημέρωση και εκπαίδευση για τη θεραπεία και τις φαρμακευτικές δυνατότητες,
– Η ενημέρωση και εκπαίδευση σχετικά με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και την υποστήριξη των οικείων τους, ιδιαίτερα σε θέματα της καθημερινότητας όπως η άσκηση, η χρήση βοηθημάτων, η διατροφή, η ψυχολογική ενθάρρυνση, η συμμετοχή σε οικογενειακές-κοινωνικές εκδηλώσεις. 
 
Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή
health.in.gr

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου