Τελικά το γάλα… μας κάνει καλό;

Ίσως το γάλα δεν κάνει τόσο καλό όσο νομίζαμε. Νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε από Σουηδούς επιστήμονες και δημοσιεύθηκε στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «British Medical Journal», αλλά και τη βρετανική «Ιντιπέντεντ», αναφέρει πως η μεγάλη κατανάλωση γάλακτος δε συνοδεύεται από μικρότερο κίνδυνο καταγμάτων, όπως συνήθως πιστεύεται λόγω του αυξημένου ασβεστίου και των πρωτεϊνών για τα οστά, αλλά αντίθετα με μεγαλύτερη πιθανότητα κατάγματος και πρόωρου θανάτου τόσο στους άνδρες, όσο και στις γυναίκες.
Βέβαια, οι ερευνητές αναφέρουν πως πριν οι επιστήμονες προχωρήσουν σε οποιεσδήποτε διατροφικές συστάσεις θα πρέπει πρώτα τα στοιχεία της μελέτης να διερευνηθούν με επιπλέον μελέτες. Η έρευνα, από την άλλη, συσχετίζει το πρόβλημα μόνο με το γάλα και όχι με τα άλλα γαλακτοκομικά, αφού βρήκε ότι όσες γυναίκες τρώνε πολύ γιαούρτι και τυρί, κινδυνεύουν λιγότερο από κάταγμα ή πρόωρο θάνατο.

Τα στοιχεία της έρευνας
Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία για δύο ομάδες, μία 61.433 γυναικών ηλικίας 39 – 74 ετών και μία 45.339 ανδρών ηλικίας 45 – 79 ετών, αναφορικά με τις διατροφικές συνήθειές τους και την κατανάλωση γάλακτος, γιαουρτιού και τυριού. Η γυναικεία ομάδα παρακολουθήθηκε επί 20 έτη και η ανδρική επί 11. Στη διάρκεια αυτών των περιόδων οι επιστήμονες κατέγραψαν πόσα κατάγματα έπαθαν οι άνθρωποι και πόσοι πέθαναν πρόωρα. Η στατιστική ανάλυση για τις γυναίκες έδειξε ότι η αυξημένη κατανάλωση γάλακτος όχι μόνο δε μείωνε καθόλου τον κίνδυνο κατάγματος, αλλά μάλλον τον αύξανε.
Μέσα σε μια δεκαετία, 42 στις 1.000 γυναίκες που έπιναν πολύ γάλα, έπαθαν κάταγμα, έναντι 35 στις 1.000 που ήταν ο μέσος όρος και 31 στις 1.000 μεταξύ όσων έπιναν λίγο γάλα ή καθόλου. Επιπλέον, οι γυναίκες που έπιναν πάνω από τρία ποτήρια γάλα τη μέρα (κατά μέσο όρο 680 μιλιγκράμ), είχαν υψηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου (180 γυναίκες στις 1.000) μέσα σε μια δεκαετία, σε σχέση με όσες έπιναν λιγότερο από ένα ποτήρι (κατά μέσο όρο 60 μιλιγκράμ), από τις οποίες πέθαναν 110 στις 1.000 μέσα στην ίδια δεκαετία, ενώ ο μέσος όρος (ανεξάρτητα από την κατανάλωση γάλατος) ήταν 126 θάνατοι στις 1.000 γυναίκες.
Όσες έπιναν πάνω από τρία ποτήρια ημερησίως, είχαν 90% μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, 60% μεγαλύτερο κίνδυνο κατάγματος ισχύου και 15% οποιουδήποτε άλλου κατάγματος, σε σχέση με όσες έπιναν λιγότερο από ένα ποτήρι τη μέρα, όπως είπε ο επικεφαλής της έρευνας. Όσον αφορά στους άνδρες, παρατηρήθηκε επίσης ότι η αυξημένη κατανάλωση γάλακτος σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στις γυναίκες (περίπου 10% για τρία ποτήρια και πάνω).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως σύμφωνα με τα στοιχεία, η κατανάλωση μόνο ενός ποτηριού γάλακτος τη μέρα δεν φαίνεται να αποτελεί οποιοδήποτε πρόβλημα καθώς το πρόβλημα αρχίζει μετά τα δύο ποτήρια. Οι Σουηδοί επιστήμονες διευκρίνισαν, πάντως, ότι η έρευνά τους διαπίστωσε μια συσχέτιση ανάμεσα στο πολύ γάλα και στον αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων και πρόωρου θανάτου και όχι μια άμεση σχέση αιτίας – αποτελέσματος, γι’ αυτό τα απρόσμενα ευρήματά τους πρέπει να αντιμετωπιστούν με επιφύλαξη, τουλάχιστον προς το παρόν.
Η γνώμη των διατροφολόγων
Από την πλευρά τους οι διαιτολόγοι επισημαίνουν πως το γάλα αποτελεί μια σημαντική πηγή ασβεστίου και βιταμίνης D, που αποτελούν δομικό συστατικό των οστών. «Βλέποντας κανείς τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης μελέτης, θα προσέξει ότι η μεγαλύτερη συχνότητα των καταγμάτων εμφανίζεται σε άτομα που υπερκαταναλώνουν γάλα (πάνω από 2 ποτήρια την ημέρα)» επισημαίνει η κλινική διαιτολόγος-διατροφολόγος, M.Sc., Ειρήνη Κύρα. «Οι διατροφικές συστάσεις των διαιτολόγων αφορούν σε 3 γαλακτοκομικά την ημέρα και όχι απαραίτητα γάλα. Και στην συγκεκριμένη έρευνα δεν φάνηκε τα υπόλοιπα γαλακτοκομικά να συνδέονται αρνητικά με την οστεοπόρωση», συμπληρώνει. Η εξήγηση που δίνει η κα Κύρα έχει να κάνει με τον μεταβολισμό της λακτόζης.
«Ένας πιθανός βιολογικός μηχανισμός που επεξηγεί γιατί το γάλα και όχι το τυρί ή το γιαούρτι δρα με αυτό το τρόπο, ίσως έχει να κάνει με το μεταβολισμό της λακτόζης που βρίσκεται στο γάλα αλλά έχει “ζυμωθεί” στα υπόλοιπα γαλακτοκομικά. Παρόλο που η διάρκεια παρακολούθησης των ατόμων ήταν μεγάλη, αυξάνοντας την βαρύτητα/εγκυρότητα των αποτελεσμάτων αυτής της μελέτης, δεν παύει ως έρευνα παρακολούθησης να έχει βασικά μειονεκτήματα όπως η δυσκολία να εντοπίσει ή καταγράψει άλλους παράγοντες στην καθημερινότητα των συμμετεχόντων που ενδεχομένως επηρεάζουν τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η υπερκατανάλωση πρωτεΐνης (που επίσης έχει το γάλα) δεν ευεργετεί την οστική πυκνότητα, το αντίθετο. Το ίδιο συμβαίνει και με το αλκοόλ» καταλήγει η κα Κύρα.
Πηγή ζωής
Συνηθισμένο φαινόμενο χαρακτηρίζουν τις έρευνες για το γάλα οι παραγωγοί γάλακτος. Μάλιστα όπως αναφέρει ο διευθυντής ζώνης γάλακτος του «ΘΕΣγάλα», Αναστάσιος Τσιάρας καταλήγουν σε «αιρετικά» συμπεράσματα σε σχέση με την επικρατούσα άποψη στην επιστήμη και αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην Ιατρική αλλά σε όλα τα γνωστικά πεδία. «Ορισμένες φορές εμφανίζονται αντίθετα αποτελέσματα σε εργασίες που έχουν τον ίδιο ερευνητικό στόχο. Αυτό συμβαίνει επειδή το πού θα καταλήξει μία ερευνητική εργασία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι η δομή του πειραματικού πρωτοκόλου, ο τρόπος λήψης του τυχαίου πληθυσμιακού δείγματος, το είδος της στατιστικής επεξεργασίας των δεδομένων, η ερμηνεία των στατιστικών αποτελεσμάτων κ.ο.κ.» αναφέρει ο κος Τσιάρας ενώ υποστηρίζει πως η συσχέτιση που διαπίστωσε η Σουηδική έρευνα ανάμεσα στο γάλα και στον αυξημένο κίνδυνο για κάποιες παθολογικές διαταραχές είναι έμμεση και όχι μία άμεση σχέση αιτίας αποτελέσματος.
Σε ότι αφορά για το εαν θα πρέπει να εμπιστευόμαστε ή όχι την κατανάλωση γάλακτος ο διευθυντής της ζώνης γάλακτος του «ΘΕΣγάλα», Αναστάσιος Τσιάρας επισημαίνει πως θα πρέπει να το κάνουμε καθώς το γάλα αποτελεί πηγή ζωής για τον άνθρωπο κυρίως από τους πρώτους μήνες της ζωής του. «Θα πρέπει να εμπιστευόμαστε τη μητέρα φύση που έχει συνδέσει την έναρξη της ζωής, τον τοκετό δηλαδή, με την παραγωγή του γάλακτος απο τους μαστικούς αδένες σε όλα τα θηλαστικά. Η ανάπτυξη στη συνέχεια των νεογέννητων εξαρτάται απο τη θρεπτική αξία του γάλακτος δεδομένου ότι τα λιπαρά οξέα είναι απαραίτητα για τη δόμηση των λιποπρωτεινών του εγκεφάλου, το ασβέστιο, οι βιταμίνες, τα ανόργανα άλατα και τα εζυμικά συστήματα είναι απαραίτητα για το κτίσιμο του μυοσκελετικού συστήματος και την ισχυροποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Αλλά και για τους ενήλικες το γάλα αποτελεί πηγή όλων των προαναφερθέντων θρεπτικών συστατικών των οποίων η άριστη διατροφική αξία καθιστά το γάλα πλήρη τροφή» καταλήγει ο κ. Τσιάρας.
Επιβεβλημένη η κατανάλωση
Οι επιστήμονες πάντως στην Ελλάδα επισημαίνουν πως η κατανάλωση γάλακτος είναι επιβεβλημένη καθώς το ασβέστιο είναι απαραίτητο για τον οργανισμό μας. «Το γάλα σε συνδυασμό με βιταμίνη D πρέπει να το προσλαμβάνει ο οργανισμός μας σε λογικές ποσότητες για να κρατήσουμε την καλή μας οστική μας μάζα» επισημαίνει ο χειρούργος ορθοπεδικός, Γιώργος Λατσός και συνεχίζει: «Το γάλα έχει ενδείξεις ως φαρμακευτική τροφή, θεωρώ ότι η υπερκατανάλωση δεν κάνει κάτι παραπάνω. Αν όμως η γαλακτόζη D αυξηθεί τότε δημιουργεί προβλήματα ειδικά στα παιδιά. Κατά τη γνώμη μου η αύξηση της κατανάλωσης γάλακτος και η θνησιμότητα θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω».
«Τα τελευταία 30 χρόνια της συστηματικής ενασχόλησης μου αλλά και των συναδέλφων μου, με την οστεοπόρωση δεν μας έχουν δείξει ότι το γάλα κάνει κακό στον οργανισμό» επισημαίνει ο καθηγητής ορθοπεδικής, Βασίλης Θωμαΐδης. «Η μακροχρόνια χρή-ση της φαρμακευτικής αγωγής για την οστεοπόρωση κάνει κακό στα οστά της κάτω γνάθου. Για αυτό το λόγο πολλές φορές λέμε στους ασθενείς να κόψουν την φαρμακευτική αγωγή τους και τους συστήνουμε, να παίρνουν τουλάχιστον 3 μερίδες γαλακτοκομικών προϊόντων την ημέρα προκειμένου να λαμβάνουν το απαραίτητο ασβέστιο που χρειάζονται. Πάντα βέβαια σε συνδυασμό με βιταμίνη D για την σωστή απορρόφηση του» καταλήγει ο καθηγητής.
Φρόσω Βαρβάρα

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου