Στο βρόντο τα παράπονα των ασθενών

Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΘΕΤΟΥ: ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ

Μέσα σε ένα δυσχερές κλίμα, όπου οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία πασχίζουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα υγείας των ασθενών την ίδια ώρα που οι απαιτήσεις αυξάνονται αλλά υλικά και προσωπικό μειώνονται μαζί με τις αποδοχές, είναι εύκολο να σηκώσεις τα χέρια ψηλά.

Δυστυχώς, όπως προκύπτει από έρευνα του τμήματος Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και του τμήματος Διοίκησης Μονάδων Υγείας του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, κάτι τέτοιο συμβαίνει με τα γραπτά παράπονα ασθενών και συγγενών τους. Τι να πρωτοπρολάβουν, άλλωστε, οι εργαζόμενοι…

Στην έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε τρία νοσοκομεία της Αθήνας («Αγ. Σάββας», «Ιπποκράτειο» και «Λαϊκό»), επιβεβαιώθηκε, δυστυχώς, πως και εκείνοι που επιλέγουν ν’ αναλάβουν δράση μέσω της επίσημης οδού και να καταθέσουν γραπτώς τα παράπονά τους είναι μάλλον ελάχιστοι. Οπως διαπιστώθηκε, πολύ λίγοι είναι τελικά αυτοί που μπαίνουν στον κόπο, καθώς οι περισσότεροι επιλέγουν να αποφύγουν μια νέα ταλαιπωρία, γι’ αυτό και αδιαφορούν.

Με βάση την έρευνα, αντιστοιχούν 0,1 παράπονα ανά χίλιους ασθενείς.

Το γεγονός, όμως, ότι αυτά τα παράπονα αποτελούν μόλις ένα μέρος των δυσαρεστημένων ασθενών καταδεικνύει τη σημασία της ύπαρξης ενός αποτελεσματικού τρόπου διαχείρισης και αξιοποίησης των παραπόνων, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργίας του νοσοκομείου.

Από την άλλη, την πλάτη γυρίζουν και οι διοικήσεις των νοσοκομείων στους ασθενείς, καθώς, σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, οι έγγραφες απαντήσεις των διοικήσεων ήταν σαφώς λιγότερες από τα παράπονα, παρά τις σαφείς διατάξεις του νόμου. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι τα παράπονα συνδέονταν με τα εξωτερικά ιατρεία κατά 40,4%, την παθολογική κλινική κατά 16,4% και το τμήμα επειγόντων περιστατικών κατά 9,6%. Κύριες πηγές δυσαρέσκειας ήταν, πρώτα και κύρια, το αναποτελεσματικό πλαίσιο λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών, σε ποσοστό 32,1%. Ακολούθησαν η ανάρμοστη συμπεριφορά του προσωπικού στο 24,7% των περιπτώσεων, η ανεπαρκής ιατρονοσηλευτική περίθαλψη (21,8%), η ελλιπής επικοινωνία ανάμεσα στο νοσοκομείο και τους πολίτες (20,6%) και ο υπερβολικός χρόνος αναμονής (19%), ενώ για ιατρικό σφάλμα κάνει λόγο το 15,2%.

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 2011, βάσει στοιχείων από την περίοδο 2008-2010 και υπεβλήθη τον Σεπτέμβριο του 2012. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η αδιαφορία των νοσοκομείων προς τις καταγγελίες των πολιτών έχει ρίζες στο παρελθόν, αλλά ήταν οι δεινές οικονομικές εξελίξεις του τελευταίου χρονικού διαστήματος που ξεχείλισαν το ποτήρι της αγανάκτησης, οδηγώντας μας σε όλο και αυξανόμενο εκνευρισμό από ασθενείς και συγγενείς ακόμη και στα πρόσφατα περιστατικά βιαιοπραγίας προς το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. Γεγονότα βέβαια καθόλου τυχαία, καθώς το προσωπικό των περισσότερων νοσοκομείων είναι πλέον πλήρως εξαντλημένο από την υπερεργασία και τα εξαντλητικά ωράρια.

Παρ’ όλο που έξι στους 10 παραπονούμενους απαιτούσαν τη λήψη μέτρων ή την τιμωρία των φερόμενων παραβατών, βάσει της έρευνας, δεν προέκυψε σαφής πρόθεση του νοσοκομείου για λύση του προβλήματος ή ανάληψη συγκεκριμένης διορθωτικής δράσης, αν και στην πλειονότητά τους οι καταγγέλλοντες λάμβαναν μια κάποια απάντηση. Είναι, λοιπόν, προφανές πως ο μηχανισμός διαχείρισης των παραπόνων δεν είναι αποτελεσματικός. Μάλιστα, οι συντάκτες της έρευνας δεν διστάζουν να αναφέρουν ότι «οι διοικητές των νοσοκομείων συνήθως αρνούνται ή διαψεύδουν οποιαδήποτε σοβαρή κατηγορία, ενώ οι αρμόδιες επιτροπές διστάζουν να αποφανθούν με σαφήνεια και να προτείνουν κυρώσεις στους υπαιτίους», για να καταλήξουν πως ο μηχανισμός αυτός «περισσότερο αποτελεί επιβεβαίωση ενός αυταρχικού μηχανισμού που δεν σέβεται επαρκώς τους ασθενείς και δεν μαθαίνει από τα λάθη του, αφού δεν τα αναγνωρίζει». ΕΝΕΤ

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου