Πιστεύουμε στα γενόσημα, αλλά…

CAPITAL. Του Μιχάλη Βλασταράκου 

Βιώνουμε μία ανθρωπιστική κρίση που βαθαίνει όλο και περισσότερο. Η Δημόσια Υγεία από την οικονομική ύφεση έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Η πίεση της Τρόικας και των δανειστών μας εν γένει για μείωση των δαπανών υγείας κάτω από το 6%, δημιουργούν προοπτικές που η υγεία και η περίθαλψη του ελληνικού λαού θα τεθούν σε μεγάλη δοκιμασία. Όταν ο μέσος όρος των χωρών της ζώνης του ευρώ είναι άνω του 8% είναι αντιληπτό ότι δεν μπορεί κανείς να είναι αισιόδοξος για την δική μας προοπτική στην υγεία με δαπάνες κάτω του 6%. 

Τα γενόσημα φάρμακα είναι αυτή τη στιγμή το «όχημα» για την εξοικονόμηση δαπανών. Είμαστε υπέρ των αξιόπιστων γενόσημων φαρμάκων και όχι κατ΄ανάγκη των πρωτότυπων. Τα γενόσημα και ιδιαίτερα της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας που υπάρχει εμπειρία στη λειτουργία τους, είναι φάρμακα στα οποία έχουν εμπιστοσύνη οι Έλληνες γιατροί. Είμαστε υπέρ της ενίσχυσης, ιδιαίτερα των ελληνικών γενοσήμων, διότι επιφέρουν προστιθέμενη αξία στην ελληνική οικονομία, αλλά και συντελούν στην καταπολέμηση της ανεργίας με τις θέσεις εργασίας που παράγουν. 

Γενικά το αξιόπιστο γενόσημο, το οποίο όμως πρέπει να είναι επιλογή του γιατρού και όχι του φαρμακοποιού, συμβάλλει στην ελληνική οικονομία. Εμείς το στηρίζουμε, θα ενισχύσουμε την προσπάθεια στην παραπάνω κατεύθυνση, αλλά ζητούμε από την Πολιτεία, σεβασμό στο ρόλο του κάθε γιατρού και όχι υποκατάσταση της λειτουργίας του. Η Μεγάλη Βρετανία στην οποία έχει γίνει αναφορά από τον Υπουργό, επιτρέπεται και η αναγραφή της εμπορικής ονομασίας, παράλληλα με την δραστική. Οι γιατροί του Ηνωμένου Βασιλείου, που λειτουργούν σε ένα άλλο σύστημα υγείας, διαφορετικό από το δικό μας και χρόνια εγκατεστημένου, έχουν εμπιστοσύνη στο γενόσημο που παράγεται στη χώρα τους και έτσι δεν χρειάζεται να υπάρχει καμία απαγόρευση στη λειτουργία τους και η ελευθερία επιλογής τους συμβάλλει στην ανάπτυξης της βιομηχανίας τους. 

Ένα σημείο που θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα αναφορικά με τα γενόσημα φάρμακα στη χώρα μας είναι οι ελλιπείς έλεγχοι. Η έλλειψη προσωπικού στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, η αδυναμία ελέγχων στους τόπους όχι μόνον παραγωγής, αλλά και διάθεσης των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, καθιστά προβληματικά ορισμένα φάρμακα για τα οποία μάλιστα υπάρχουν, όχι μόνον ενδείξεις παρενεργειών ή κακής λειτουργίας τους από την εμπειρία μας, αλλά και υπάρχουν και διεθνείς αναφορές από πολλά από αυτά, εισαγόμενα από τρίτες χώρες. Ο Οργανισμός Φαρμάκων και Τροφίμων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (FDA), έχει κάνει αναφορές για «σκουπίδια φάρμακα, γενόσημα» από χώρες του τρίτου κόσμου. Είναι απαραίτητο λοιπόν η ενίσχυση του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων με το αναγκαίο προσωπικό και μηχανισμούς, τόσο για τους ελέγχους και μελέτες βιοισοδυναμίας, όσο και των παρενεργειών από την εφαρμογή των φαρμάκων. Εάν καταλήξουμε σε εφαρμογή ηλεκτρονικής κάρτας ασθενούς, θεραπευτικών διαγνωστικών πρωτοκόλλων αξιόπιστης λειτουργίας του ΕΟΦ και ενίσχυση της ιατρικής λειτουργίας, ώστε να καταλήξουμε και στην αύξηση του ποσοστού αξιόπιστου γενόσημου, θα συμβάλλουμε πιστεύω όλοι στην περίθαλψη του λαού, χωρίς υπερβολές και άσκοπες δαπάνες. Παράλληλα θα διαφυλάξουμε, τόσο την αξιοπρεπή λειτουργία του γιατρού, όσο και την ανθρώπινη περίθαλψη κάθε ασφαλισμένου.

Πέρα όμως από τα γενόσημα, υπάρχουν και άλλα ζητήματα ανοιχτά. Ο ΕΟΠΥΥ όπως σχεδιάστηκε, προχώρησε και λειτουργεί είναι ετοιμόρροπος στην παραπέρα πορεία του. Είχαμε τονίσει από την αρχή, αλλά δεν ακουστήκαμε, ότι θα έπρεπε όχι μόνο να προσεχθεί ο σχεδιασμός του, αλλά να στηριχθεί με πόρους και προσωπικό, που να ανταποκρίνονται στην προοπτική ενός φορέα κάτω από τις υφιστάμενες σκληρές οικονομικές συνθήκες. Η ανεπαρκής απαρχής χρηματοδότησή του με 0,4% – 0,6% του ΑΕΠ, συνετέλεσε στη μεγάλη κρίση που βιώνει σήμερα, σε συνδυασμό με την μεγάλη ύφεση και ανεργία και αδυναμία είσπραξης εισφορών ασθένειας. Αυτά είχαν ειπωθεί από εμάς από την αρχή. Θεωρηθήκαμε κινδυνολόγοι ή έξω από τεχνοκρατικές σύγχρονες απόψεις. Δυστυχώς επαληθευτήκαμε, γιατί η εμπειρία χρόνων στα θέματα υγείας, αλλά και στην παρακολούθηση της ασκούμενης πολιτικής υγείας, μας έχει οδηγήσει σε συμπεράσματα και μέσα από την διεθνή εμπειρία, ότι η σοβαρότητα στο χώρο της ασκούμενης πολιτικής έχει καταργηθεί από τις επιδράσεις των διαφόρων συμφερόντων, αλλά και των διαφόρων επικίνδυνων και άσχετων παρατρεχάμενων συμβούλων. 

Για να μπορέσει σήμερα να συνεχίσει έστω και πλημμελώς την λειτουργία του, θέλει ενίσχυση. Η πρότασή μας είναι ότι η χρηματοδότηση πρέπει να ξεπεράσει το 1% του ΑΕΠ. Επίσης να εξευρεθούν κοινωνικοί πόροι, όπως π.χ. από επιπλέον φορολόγηση σε καπνό, οινόπνευμα, ρυπογόνες βιομηχανίες κ.λπ.

Τα ποσά που χρειάζονται είναι μεγάλα και θα αυξηθούν το επόμενο διάστημα. Χρειάζεται τόλμη, γενναία πολιτική και παρεμβάσεις. Ας διατεθούν επιτέλους από τα κέρδη κάποιων, που πλούτισαν και από την υγεία, αλλά και από άλλες δραστηριότητες ποσά, για την ενίσχυση αυτού του Οργανισμού που τώρα αποτελεί ανάγκη για τον κόσμο.

Ισχυρό Ε.Σ.Υ.

Η πλημμελής σίτιση νέων παιδιών αλλά και ευπαθών ομάδων, θέτει σε κίνδυνο παράλληλα όλο το πλέγμα της υγείας του λαού. Η δημόσια υγεία πρέπει να προστατευθεί από όλους μας με κάθε τρόπο. Οφείλει το κράτος να ενισχύσει τις δομές και όχι να αφήνεται σε φιλανθρωπική διάθεση και εθελοντική προσφορά.

Ήδη πολλά ιδιωτικά ιατρεία έχουν κλείσει και πολλά θα κλείσουν τον επόμενο χρόνο, διότι δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί η λειτουργία τους. Οι ασθενείς καταφεύγουν όλο και περισσότεροι στις δημόσιες δομές, διότι δεν έχουν περίσσευμα για ιδιωτική περίθαλψη και άλλοι θεραπεύονται μέσα από συμβουλές ιατρών, φίλων και γνωστών ή μετά από εγκατάλειψη της υγείας οδεύουν με ασθενοφόρα στα νοσοκομεία. Έτσι το κράτος καταναλώνει περισσότερα χρήματα και στο μέλλον θα επιδεινωθεί αυτό, για την νοσηλεία ασθενών που μπορούσαν να θεραπευτούν, εάν υπήρχε πρωτοβάθμια περίθαλψη για τον κόσμο, ισχυρή και αποτελεσματική – δημόσια και ιδιωτική.

Είναι γεγονός ότι έχει αυξηθεί η προσέλευση του κόσμου στα Δημόσια Νοσοκομεία. Δεν θα μπορέσουν στο μέλλον να αντέξουν το βάρος και της Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης. Πρέπει να δημιουργηθεί πλέον, και η ανάγκη το επιβάλλει σήμερα περισσότερο, δημόσια πρωτοβάθμια περίθαλψη με Αστικά Κέντρα Υγείας, που θα εφημερεύουν καθημερινά, απαλλάσσοντας τα νοσοκομεία από το βάρος που δεν πρέπει να έχουν. Επίσης ο προσωπικός γιατρός, ο οποίος θα συνδέεται με τα αστικά κέντρα όπως και οι υπόλοιπες υφιστάμενες δομές, προκειμένου τα νοσοκομεία να ασχοληθούν με τον ρόλο τους που είναι η περίθαλψη των ασθενών.

Ο κόσμος δεν έχει σήμερα διαθέσιμο ούτε ένα ευρώ. Είναι απαράδεκτο να ζητείται για την περίθαλψή του σε νοσοκομείο 25 ευρώ ή οποιοδήποτε ποσό. Όχι μόνο θα πρέπει να καταργηθεί σαν μνημονιακή επιλογή, αλλά θα πρέπει συνολικά να βαδίσουμε σε μια ελάφρυνση της περίθαλψης του κάθε ασφαλισμένου και σε βελτίωση των παροχών.

* Ο κ. Μιχάλης Βλασταράκος είναι Πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου