Η υγεία μπορεί να γίνει νέος μοχλός ανάπτυξης

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος 
 
 
 
 
Από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους στον κόσμο ο κλάδος της υγείας, ο οποίος προσελκύει τεράστιες επενδύσεις και ενσωματώνει κάποιες από τις πιο καινοτόμες ανακαλύψεις. Οι μελλοντικές προκλήσεις, ο ρόλος του ασφαλιστικού τομέα και η κατάσταση στην Ελλάδα.
 
EURO2DAY.GR
 
Μήπως τελικά η χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε το 2007 στις ΗΠΑ είναι στην ουσία ο προθάλαμος μιας νέας εποχής για την οικονομική δραστηριότητα; Διόλου απίθανο, υποστηρίζει ένας παλαίμαχος Αμερικανός οικονομολόγος, ο Τζώρτζ Γκίλντερ, 74 ετών, που ήδη από το 1981 στο βιβλίο του «Πλούτος και Φτώχεια» υπογράμμιζε ότι το σύστημα του ελεύθερου επιχειρείν μεταλλάσσεται με τρόπο που επιτρέπει την ανάδυση νέων πηγών δημιουργίας πλούτου.
 
Και ένας από αυτούς, όπως προκύπτει από ξεκάθαρες εξελίξεις, θα είναι ο τομέας της υγείας.

«Πρόκειται για την δραστηριότητα που στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες αυξάνεται γρηγορότερα από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν τους. Σε μεγάλο δε βαθμό, ο κλάδος αυτός ενσωματώνει τις πιο προωθημένες ανακαλύψεις της βιοτεχνολογίας, της πληροφορικής και της νανοτεχνολογίας. Παράλληλα, ωθεί προς τεράστια βήματα προόδου και την ιατρική –μία επιστήμη που ως εκ τούτου αλλάζει άρδην», τονίζει ο Γάλλος τραπεζίτης και ασφαλιστής Κλώντ Μπεμπεάρ, ιδρυτής του Axa Group. Και τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν την πρόβλεψή του, ανοίγοντας νέους επιχειρηματικούς δρόμους.
 
Την δεκαετία του 1990, στις χώρες του ΟΟΣΑ οι επενδύσεις για την υγεία αυξάνονταν 3,4% ετησίως κατά μέσον όρο, σε σύγκριση με το 2,1% του ΑΕΠ. Η τάση αυτή συνεχίζεται και στις μέρες μας, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες η διάθεση χρημάτων για την υγεία θα γίνει σημαντικότερη όσο βελτιώνονται οι συνθήκες διαβίωσης.
 
Εκτιμάται έτσι ότι ο κλάδος θα αναπτύσσεται διεθνώς με ρυθμούς έως και 25% ανώτερους από την δυνητική αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ.
 
Γεγονός είναι επίσης ότι η δημόσια και η ιδιωτική ασφάλεια υγείας θα αρχίσουν να προσφέρουν ευρύτερες υπηρεσίες, πέρα από τα παραδοσιακά προϊόντα τους. Τέτοιες υπηρεσίες περιλαμβάνουν πληροφόρηση και συμβουλές υγείας, βοήθεια στην επιλογή των καλύτερων νοσοκομειακών υπηρεσιών, μία δεύτερη γνώμη πριν από μία επικίνδυνη εγχείρηση, την δυνατότητα να μπορείς να συμβουλεύεσαι κάποιον κορυφαίο ειδικό οπουδήποτε στον κόσμο. Επιπλέον, ενσωματώνουν τα πλεονεκτήματα της τηλεϊατρικής, της τηλεχειρουργικής, της φροντίδας στο σπίτι και των συσκευών ανίχνευσης.
 
Όπως επισημαίνεται από παράγοντες της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι συνθήκες είναι ώριμες για να πραγματοποιηθούν με σχετική ταχύτητα όλες οι προαναφερόμενες εξελίξεις. Αναπτύσσονται τα συστήματα πληροφόρησης υγείας, τα ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία και η ηλεκτρονική συνταγογράφηση. Εξελίξεις που ανοίγουν τον δρόμο στην εξατομίκευση των υπηρεσιών που προσφέρονται στους ασθενείς, που παρακολουθούν το ιστορικό τους και αποτιμούν υπεύθυνα την ποιότητα της φροντίδας την οποία δέχονται. Ητεχνολογία της πληροφορικής θα βοηθήσει στον επανασχεδιασμό των παραδοσιακών συστημάτων υγείας και το κέρδος όσον αφορά την παραγωγικότητα θα είναι παρόμοιο με αυτό των άλλων βιομηχανιών παροχής υπηρεσιών.
 
Ως έχει η κατάσταση, πάντως, ούτε η δημόσια ούτε η ιδιωτική ασφάλεια υγείας μπορούν να ανταποκριθούν στην πρόκληση αυτών των αλλαγών. Σε χώρες όπου η χρηματοδότηση της υγείας είναι κυρίως δημόσια και η άσκηση της ιατρικής έχει αφεθεί σε ιδιωτικά χέρια, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες να ελέγξουν την αύξηση των δαπανών.
 
Οι χώρες με εθνικά συστήματα υγείας συγκρατούν τις δαπάνες της δημόσιας υγείας με αντίτιμο τις μεγάλες λίστες αναμονής για εξετάσεις και για νοσοκομειακή φροντίδα. Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα, την Βρεταννία, την Ισπανία, την Ιταλία και τον Καναδά. Στις χώρες αυτές, μικρό ποσοστό του πληθυσμού επιλέγει την ιδιωτική ασφάλιση προκειμένου να έχει ποιοτική νοσοκομειακή φροντίδα όταν την χρειαστεί. Αν και τώρα, με την κρίση, η κατάσταση δείχνει να αλλάζει –ιδιαίτερα στην χώρα μας, όπου η δημόσια υγεία βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
 
Ας σημειωθεί επίσης ότι τα πράγματα στον δυτικό κόσμο περιπλέκονται και από το γεγονός ότι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ η ασφάλεια υγείας είναι στενά συνδεδεμένη με τους εργοδότες. Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο και η Ολλανδία, μεγάλο ποσοστό της δημόσιας χρηματοδότησης προέρχεται ευθέως από τους μισθούς που καταβάλλουν οι εταιρείες. Οι αμερικανικές εταιρείες, ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες, φέρουν το βάρος των δαπανών για την υγεία για διαφορετικό λόγο: τη σχετική έλλειψη δημόσιας κάλυψης για τους περισσότερους εργαζόμενους –αν και η κατάσταση αλλάζει επί τα βελτίω μετά την πρόσφατη μεταρρύθμιση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.
 
Επίσης, η χρηματοοικονομική κρίση προκάλεσε αβεβαιότητες και ζημίες στα ιδιωτικά ασφαλιστικά συστήματα του αναπτυγμένου κόσμου, τα επενδυτικά ταμεία των οποίων είναι και από τους κορυφαίους διακινητές κεφαλαίων.
 
Όμως, παρά την κρίση, οι συνθήκες για τη σε βάθος χρόνου ανάπτυξη του κλάδου της υγείας είναι εξαιρετικά ευνοϊκές, δεδομένου ότι στον χώρο αυτόν μέχρι το 2030 αναμένεται να υπάρξουν περί τα 300 εκατομμύρια δυνητικοί καταναλωτές.
 
Από την άλλη πλευρά, όπως υποστηρίζει ο Κλωντ Μπεμπεάρ, στον αναπτυγμένο κόσμο σήμερα και στον αναπτυσσόμενο αύριο, η υγεία θα πρέπει να θεωρείται αντικείμενο οικιακής κατανάλωσης, όπως το φαγητό, η στέγαση και οι μεταφορές. Η εξατομικευμένη οικογενειακή ασφάλεια υγείας θα καλύπτει τους κινδύνους υγείας ενός νοικοκυριού και θα παρέχει τις υπηρεσίες που θεωρούνται απαραίτητες για την οικογένεια, ανάλογα με τις ανάγκες και τον τρόπο ζωής της.
 
Όμως, στο πλαίσιο της εθνικής αλληλεγγύης, κάθε δημοκρατική κυβέρνηση πρέπει να προσέξει να μην εξαιρείται κανείς από την βασική φροντίδα υγείας. «Για να επιτευχθεί αυτό, μολονότι η χρηματοδότηση της καθολικής κάλυψης υγείας παραμένει δημόσια, θα πρέπει να την αναλάβουν ιδιώτες διαχειριστές. Οι διαχειριστές αυτοί μπορούν να συνενώσουν την καθολική και την οικογενειακή κάλυψη για να προσφέρουν περιεκτικές υπηρεσίες υγείας μέσω συμβολαίων με συνέταιρους που θα παίζουν ευρύτερο ρόλο από τους υπάρχοντες οργανισμούς διαχείρισης υγείας.
 
Η οικογενειακή κάλυψη μπορεί να είναι διαφοροποιημένη, προσφέροντας πολλές επιλογές στα νοικοκυριά», τονίζει ο Γάλλος ασφαλιστής –άποψη που συμμερίζονται και άλλοι συνάδελφοί του.
 
Παρόμοιες είναι οι εκτιμήσεις και στον ελληνικό ασφαλιστικό χώρο, όπου, αν η κυβέρνηση δεν αποφασίσει να προχωρήσει σε ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές, η κατάσταση θα πάρει δραματική τροχιά. Η γήρανση του πληθυσμού και η μεγάλη αύξηση της ανεργίας, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των ασφαλιστικών Ταμείων, είναι οι βασικοί παράγοντες που θα οδηγήσουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού προς ιδιωτικά συνταξιοδοτικά σχήματα.
 
Την άποψη αυτή συμμερίζονται τόσον η τρόϊκα όσο και η Task Force. Γι αυτό κατέθεσαν προτάσεις με τις οποίες τόνιζαν την αναγκαιότητα της αύξησης της παρουσίας της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα.
 
Αυτό το «στίγμα» είχε δώσει πριν ένα χρόνο και ο τότε Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) κ.Γιώργος Προβόπουλος μέσω της έκθεσης της Τράπεζας. Ουσιαστικά πρότεινε την υιοθέτηση του συστήματος ασφάλισης τριών πυλώνων, τονίζοντας ότι μελλοντικά οι συνταξιοδοτικές απώλειες από την συρρίκνωση της κοινωνικής ασφάλισης θα καλυφθούν και από την συμμετοχή των εργαζομένων σε σχήματα ιδιωτικής ασφάλισης.
 
Από την στιγμή που η ΤτΕ ΕΛΛ +2,00% ανέλαβε την εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς, οι εντολές προς την Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης ήταν να εφαρμοστούν αυστηροί έλεγχοι στις επιχειρήσεις και να θωρακιστούν με κάθε τρόπο οι ασφαλιστικές εταιρείες, προκειμένου να μπορέσουν μελλοντικά να ανταπεξέλθουν στις ασφαλιστικές προκλήσεις, τόσο στην δημιουργία και διαχείριση Επαγγελματικών Ταμείων –που ουσιαστικά θα αποτελέσουν τον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης, σε αρκετές περιπτώσεις σε συνεργασία με αρμόδιους κοινωνικούς φορείς–, όσο και στον τρίτο πυλώνα ασφάλισης που είναι η ασφάλιση ιδιωτών.
 
Η σχέση ασφαλίστρων προς ΑΕΠ διαμορφώνεται περίπου στο 2,5%-3% επί του ΑΕΠ, η οποία είναι μία από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη και η χαμηλότερη στην ευρωζώνη, όπου κατά την τελευταία δεκαετία η σχέση αυτή διαμορφώνεται μεσοσταθμικά στο 8%-10%. Στην Βρεταννία είναι ακόμη μεγαλύτερη (15%).
 
Ο στόχος στην ελληνική ασφαλιστική αγορά είναι να προσεγγίσει η σχέση αυτή τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά δεδομένα. Αυτό, παρατηρούν μελετητές της εγχώριας ασφαλιστικής αγοράς, σημαίνει ότι η παραγωγή ασφαλίστρων θα πρέπει να φθάσει μέσα στα επόμενα χρόνια τα 12-15 δισεκατ. ευρώ, από 4 δισεκατ. ευρώ που είναι τα ετησιοποιημένα ασφάλιστρα τα τελευταία τρία χρόνια στην Ελλάδα, και αντίστοιχα να πολλαπλασιαστούν τα εποπτικά κεφάλαια των επιχειρήσεων και οι επενδύσεις τους να φθάσουν τουλάχιστον τα 20 δισεκατ., από 5 δισεκατ. ευρώ που είναι σήμερα.
 
Τονίζεται, ωστόσο, ότι πριν από την θεσμική υιοθέτηση της ιδιωτικής ασφάλισης θα πρέπει οι ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ελληνικές και ξένες, να έχουν την κεφαλαιακή επάρκεια και τις τεχνολογικές υποδομές να υποδεχθούν και να αντιμετωπίσουν την πρόκληση για μαζική ασφάλιση εκατομμυρίων νέων πελατών.
 
Την ευθύνη για την διασφάλιση αυτών των σημαντικών δεδομένων έχει η ΤτΕ ΕΛΛ +2,00%. Η αύξηση του όγκου εργασιών από μερικές χιλιάδες ασφάλιστρα σε …εκατοντάδες χιλιάδες ασφάλιστρα δημιουργεί τελείως διαφορετικά δεδομένα και άλλους κινδύνους, τόσο στον ίδιο τον κλάδο, όσο και στην χώρα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα για την επέκταση της ιδιωτικής ασφάλισης είναι η δραματική συρρίκνωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών. Σε μία φάση εισοδηματικής μείωσης της τάξης του 25% περίπου, η πρόσθετη επιβάρυνση των νοικοκυριών είναι αδιανόητη, τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο.
 
Παρόλα αυτά, λύσεις υπάρχουν. Και μία από αυτές, όπως υποστηρίζει και η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών, θα ήταν να καθιερωθούν φορολογικά κίνητρα τα οποία θα ελαφρύνουν τις εισοδηματικές επιβαρύνσεις από τα ασφάλιστρα και σε αρκετές περιπτώσεις θα αντισταθμίζουν τις όποιες χαμένες εισφορές εργαζομένων στην κοινωνική ασφάλιση και στα Ταμεία.

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου