Η εμπιστευτική έκθεση που μαρτυρά την απαισιοδοξία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Μπορεί κάποια πρωτοσέλιδα να θριαμβολογούσαν το Σαββατοκύριακο για την αύξηση της δύναμης πυρός της Ευρωζώνης στα 800 δις ευρώ, την οποία αποφάσισαν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης, ωστόσο κατ’ εμάς το κυρίαρχο στοιχείο της συνόδου της Κοπεγχάγης ήταν η εμφανέστατη απόκλιση ανάμεσα στο απαισιόδοξο πνεύμα των εμπιστευτικών κειμένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τις επικοινωνικές θριαμβολογίες των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών προς το κοινό.

Σύμφωνα με δύο εμπιστευτικές εκθέσεις που προετοίμασαν αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συνάντηση των ΥΠΟΙΚ της Κοπεγχάγης, το 1 τρις ευρώ της φτηνής τριετούς ρευστότητας που μοίρασε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προς τις εμπορικές τράπεζες της Ευρωζώνης χάρισε μεν μια ανάπαυλα, αλλά τα κράτη και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί πρέπει να σπεύσουν να επωφεληθούν απ’ αυτή τη σχετική ηρεμία προκειμένου να στηρίξουν τα δημόσια οικονομικά και τους ισολογισμούς τους.

«Η μόλυνση μπορεί να επανεμφανιστεί πολύ σύντομα, όπως φάνηκε πριν λίγες μέρες και να ενεργοποιήσει εκ νέου το εν δυνάμει θανατηφόρο τρίγωνο μεταξύ του κρατικού ρίσκου, του χρηματοδοτικού ρίσκου των τραπεζών και της ανάπτυξης», γράφει η έκθεση της επιτροπής οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που η ύπαρξή της αναφέρθηκε αρχικά από την ιταλική εφημερίδα La Stampa και αποσπάσματά της δημοσιεύτηκαν το Σαββατοκύριακο στους Financial Times.

Η αναφορά αυτή παραπέμπει σαφώς στην Ισπανία και την πρόσφατη αύξηση του κόστους δανεισμού της χώρας που εδώ και 10 μέρες κυμαίνεται περί το 5,5%. Θα λέγαμε μάλιστα  πως οι αρχές της Ευρωζώνης, σε συντονισμό με την πολλαπλά πιεζόμενη ισπανική πολιτική ηγεσία, εμφανίζονται τώρα να προχωρούν σε μια διμέτωπη ‘επίθεση’ με την ελπίδα ότι θα πείσουν τις αγορές και θα αποφύγουν να γίνει η Ισπανία το επόμενο θύμα της κρίσης χρέους.

Έτσι, στο μεν ευρωπαϊκό επίπεδο είδαμε τους Υπουργούς Οικονομικών του ευρώ να συμφωνούν στην αύξηση του ανώτατου ορίου δανεισμού των δύο μηχανισμών διάσωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα 700 δις ευρώ – γιατί τόσα είναι στην πραγματικότητα, όχι 800 δις –  προκειμένου να οικοδομήσουν ένα ‘τείχος προστασίας’ κάπως ισχυρό με τη φιλοδοξία ότι θα πείσει τις αγορές πως η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προστατέψει την Ισπανία. Ενώ στη Μαδρίτη είδαμε την ανακοίνωση ενός σκληρού  προγράμματος λιτότητας που περιλαμβάνει μειώσεις δαπανών και αυξήσεις φόρων ύψους 27 δις ευρώ – ο οποίος είναι, όπως ελέχθη, ο πιο σκληρός προϋπολογισμός μετά το θάνατο του στρατηγού Φράνκο το 1975.

Ενδιαφέρον είναι το ότι ο προϋπολογισμός λιτότητας του Ραχόι ακολουθεί εν μέρει κατά τη φιλοσοφία των εσόδων του τον πρώτο προϋπολογισμό της ελληνικής λιτότητας, καθώς προβλέπει αύξηση της φορολογίας κατά 12,3 δις ευρώ με τα 3,51 δις να προέρχονται από έκτακτη εταιρική φορολογία και άλλα 2,5 δις από έναν τύπο ‘περαίωσης’ των ανέλεγκτων χρήσεων επαγγελματιών και  εταιρειών. Ωστόσο, οι περικοπές δαπανών των Ισπανών διαφοροποιούνται πλήρως κατά τους τομείς που αφορούν από τις τότε και νυν ελληνικές. Στο σύνολο των υπουργείων οι περικοπές βρίσκονται στο 17%, με τις μεγαλύτερες περικοπές να αφορούν το ισπανικό Υπουργείο Εξωτερικών – που έτρεχε μεγάλα προγράμματα χρηματοδότησης προς τα κράτη πρώην ισπανικές αποικίες της Λατινικής Αμερικής – το οποίο χάνει το 54% της χρηματοδότησής του. Σημαντικές είναι επίσης και οι περικοπές στα ισπανικά παραγωγικά υπουργεία Βιομηχανίας και Γεωργίας που χάνουν το 39% της χρηματοδότησής τους.

Οι προειδοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον ρευστό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ανάκαμψης και οι διαβεβαιώσεις της ότι τα αίτια της κρίσης δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί έρχονται σε κάθετη αντίθεση με την αισιόδοξη ρητορική των πολιτικών ηγεσιών. Για παράδειγμα, τις δηλώσεις του Γάλλου προέδρου Νικολά Σαρκοζί που μόλις στην αρχή του μήνα υποστήριζε  πως ‘η Ευρωζώνη έχει γυρίσει σελίδα’ και του Ιταλού ομολόγου του Μάριο Μόντι που μόλις στις αρχές της εβδομάδας υποστήριζε ότι’ η χρηματοπιστωτική πλευρά της κρίσης έχει πάρει τέλος’.

Αντίθετα, οι ανώτατοι αξιωματούχοι των ευρωπαϊκών θεσμών – ιδίως της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – με βάση τα έγγραφα της συνόδου εμφανίζονται πολύ πιο απαισιόδοξοι και προειδοποιούν ότι η μακρόχρονη χρηματοδότηση της ΕΚΤ έχει αγοράσει χρόνο αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις μεταρρυθμίσεις στις εθνικές οικονομίες και το χρηματοπιστωτικό τομέα. Ιδίως η δεύτερη έκθεση που προετοίμασαν αξιωματούχοι της Επιτροπής, προειδοποιεί ωμά: «Η κρίση του ευρώ δεν τελείωσε. Εκκρεμεί ακόμη η αντιμετώπιση πολλών από τις υποκείμενες ανισορροπίες και αδυναμίες των οικονομιών, του τραπεζικού τομέα και των κρατών δανειοληπτών».

Η έκθεση υποστηρίζει ακόμη ότι τα στοιχεία της πρόσφατης αποκατάστασης της εμπιστοσύνης – η ολοκλήρωση της δεύτερης ελληνικής διάσωσης, η αύξηση των κονδυλίων των ευρωπαϊκών μηχανισμών διάσωσης, το ευρωπαϊκό σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες της Ευρωζώνης και οι προσπάθειες για προώθηση μέτρων και πολιτικών που θα ευνοήσουν την ανάπτυξη – πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως. «Αν το σημερινό παράθυρο ευκαιρίας δεν χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά, μπορεί να χάσουμε την τελευταία μας ευκαιρία για πολύ καιρό», καταλήγει το έγγραφο της Επιτροπής.

Η εμπιστευτική έκθεση που μαρτυρά την απαισιοδοξία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου