ΕΟΠΥΥ: ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ( ΕΣΔΥ )


Η συγκρότηση του ΕΟΠΥΥ συνιστά μια απόπειρα μεταρρύθμισης της κοινωνικής ασφάλισης υγείας και της υγειονομικής περίθαλψης γενικότερα, κρίσιμης σημασίας για την παρούσα συγκυρία.
Οι περιοριστικές συνθήκες της δημοσιονομικής κρίσης, της ύφεσης και της ανεργίας καθιστούν το εγχείρημα δυσχερές και πολύπλοκο, δεδομένης της αύξησης του φορτίου νοσηρότητας (και κατά συνέπεια των αναγκών υγείας του πληθυσμού) αλλά και της δραματικής μείωσης των εισροών, η οποία προκαλεί χρηματοδοτικό «έμφραγμα» στον υγειονομικό τομέα.

Στο πλαίσιο αυτό, η διασφάλιση της επάρκειας των υπηρεσιών υγείας (δεδομένης της μείωσης των πόρων) απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές μείζονος κλίμακας με έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και τη δημόσια υγεία.

Η δημιουργία του ΕΟΠΥΥ με τη μορφή δημόσιου μονοψωνίου δεν είναι η κατάλληλη απάντηση δεδομένου ότι 
(α) το κύριο πρόβλημα βρίσκεται στην μονοπωλιακή κυριαρχία της πλευράς της προσφοράς, 
(β) στην απουσία ανταγωνιστικών συνθηκών μεταξύ των προμηθευτών και 
(γ)στην έλλειψη μονοψωνιακής ισχύος του οργανισμού.

Στην πραγματικότητα ο ΕΟΠΥΥ συνιστά ένα μεσολαβητικό μηχανισμό «είσπραξης εσόδων και απόδοσης πληρωμών» (ο οποίος ασκείται ανεπιτυχώς) και δεν έχει χαρακτηριστικά οργανισμού ο οποίος ασκεί ασφαλιστική πολιτική με κριτήρια την (ιατρική) αποτελεσματικότητα, την (οικονομική) αποδοτικότητα και την (κοινωνική) ισότητα.

Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να κατανοηθεί ότι η οργάνωση του ΕΟΠΥΥ και δια μέσου αυτού η δομή της αγοράς υπηρεσιών υγείας έχει μείζονα σημασία για τον έλεγχο του κόστους και τη συγκράτηση της δαπάνης, και κυρίως για την αποδοτική κατανομή και χρήση των σπάνιων υγειονομικών πόρων.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία, είναι προφανές ότι ο ΕΟΠΥΥ βρίσκεται σε χρηματοδοτική εμπλοκή εξ αιτίας της δραματικής μείωσης της κρατικής επιχορήγησης αλλά και των ασφαλιστικών εισφορών, κατάσταση η οποία συνδέεται με τον ατελή σχεδιασμό, τις λανθασμένες αρχικές εκτιμήσεις και την επιβάρυνση του οικονομικού κλίματος.

Η χρηματοδοτική εμπλοκή του ΕΟΠΥΥ, σε συνάρτηση με τις ακολουθούμενες πολιτικές έχουν δημιουργήσει μείζονα κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας μεταξύ του οργανισμού και των επαγγελματιών υγείας (γιατρών, φαρμακοποιών και άλλων), των εξωτερικών προμηθευτών (ιδιωτικές κλινικές, διαγνωστικά εργαστήρια) αλλά και των πολιτών, φαινόμενο το οποίο ωθεί σε διαδικασία απονομιμοποίησης.

Κατά συνέπεια, η ανασυγκρότηση του οργανισμού και ο επαναπροσδιορισμός των πολιτικών του είναι μια υπόθεση αναγκαία και επείγουσα προς τρεις κατευθύνσεις 
(α) την διευκρίνιση των σχέσεων με τις υπηρεσίες υγείας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, 
(β) την εισαγωγή τεχνικών και μεθόδων αναζήτησης και επίτευξης της αποδοτικότητας και 
(γ) την διεύρυνση και σταθεροποίηση της χρηματοδοτικής βάσης του οργανισμού.

Αναφορικώς με τις σχέσεις του οργανισμού με την πλευρά της προσφοράς είναι αναγκαίο να εξετασθεί η λειτουργική ενσωμάτωση των πολυϊατρείων και των κέντρων υγείας, καθώς επίσης και του συνόλου του ιατρικού σώματος το οποίο αναφέρεται σε αυτά, ώστε η συγκρότηση καλώς δομημένων δικτύων πρωτοβάθμιας φροντίδας να αποτελεί τη βάση στήριξης της υγειονομικής περίθαλψης στον εκάστοτε πληθυσμό αναφοράς.

Η υιοθέτηση αυτού του σχήματος απαιτεί την εισαγωγή κλειστών προϋπολογισμών ανά πληθυσμό αναφοράς και εντός αυτού διαδικασίες εσωτερικού ανταγωνισμού, ώστε η αποζημίωση των προμηθευτών (κατά κεφαλήν για τους γιατρούς πρώτης επαφής και κατά πράξη και περίπτωση εντός του προϋπολογισμού για τους ειδικούς γιατρούς) με την μέθοδο της προοπτικής χρηματοδότησης.

Σχετικά με την χρηματοδότηση του οργανισμού, η αναζήτηση ενός πλουραλιστικού σχήματος (κρατική επιχορήγηση, ασφαλιστικές εισφορές, συμμετοχή των χρηστών, μερική εξαίρεση κάλυψης, ίδιοι πόροι) μπορεί να προσδώσει σταθερότητα στο σχήμα, σε αντίθεση με την παραδοσιακή προσέγγιση η οποία ωθεί σε καθοδική πορεία σε συνθήκες κρίσης.

Βασικά στοιχεία της ασφαλιστικής πολιτικής η οποία οφείλει να ακολουθηθεί είναι 
(α) η κάλυψη αναφέρεται σε ιατρικές παρεμβάσεις τεκμηριωμένης αποτελεσματικότητας, 
(β) η επιβάρυνση των χρηστών σε χρήμα και χρόνο είναι ανάλογη του εισοδήματος και αντιστρόφως ανάλογη της ανάγκης, 
(γ) η διαχείριση υπακούει στα κριτήρια της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και της ισότητας, 
(δ) ο έλεγχος και η αξιολόγηση συνιστά θεμελιώδη παράμετρο της διαχειριστικής διαδικασίας.

Συμπερασματικά, ο οργανισμός βρίσκεται σε χρηματοδοτική εμπλοκή και κρίση αξιοπιστίας, στην βάση των οποίων αναδύονται οι προϋπάρχουσες στρεβλώσεις αλλά και η αδυναμία αντιμετώπισής τους. Η εισαγωγή κλειστών προϋπολογισμών και μεθόδων προοπτικής χρηματοδότησης –σε συνθήκες εσωτερικού ανταγωνισμού συνιστά μια από τις ενδεχόμενες απαντήσεις. Το έλλειμμα του οργανισμού (1,6-1,7 δις ευρώ) σε συνδυασμό με το χρέος (3,6 δις ευρώ) αλλά και τις δυσοίωνες προβλέψεις για τις εισροές στην προσεχή περίοδο συγκροτούν μείζον πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα. Τα όρια περιστολής της υγειονομικής δαπάνης είναι περιορισμένα και ατελέσφορα, σε αντίθεση με τις πολιτικές διαρθρωτικών αλλαγών δια των οποίων μπορεί να επιτευχθεί η αποδοτικότητα και δι’ αυτής η σχετική επάρκεια αγαθών και υπηρεσιών υγείας.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Το ατελές εγχείρημα της σύστασης ασφαλιστικού μονοψωνίου, δεδομένης της αδυναμίας ικανοποίησης των προσδοκιών των και διασφάλισης της βιωσιμότητας του εμφανίζει μείζονες στρεβλώσεις και ανισορροπίες. 

Στην κατεύθυνση αυτή οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες κρίνονται απαραίτητες αφορούν 
(α) στον ανασχεδιασμό της δομής του εγχειρήματος και τη δομής της αγοράς των υπηρεσιών, με κύριους άξονες την εισαγωγή κλειστών προϋπολογισμών σε χωρική βάση πληθυσμού αναφοράς, σε ανταγωνιστικές συνθήκες μεταξύ των προμηθευτών και προσδιορισμό των τιμών σε συνάρτηση με τον όγκο των υπηρεσιών υγείας, 
(β) την ανάπτυξη μηχανισμών ανάκτησης των απολεσθέντων ροών και απρόσκοπτης διασφάλισης της ομαλής εισροής τους, και 
(γ) την άσκηση ασφαλιστικής πολιτικής μέσω δίκαιης, αποτελεσματικής και αποδοτικής κατανομής των πόρων. 

Στο πλαίσιο αυτό το σύνολο της προσφοράς της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας συγκροτείται ως οιονεί διμερές μονοπώλιο με την ασφάλιση (ΕΟΠΥΥ) δια μέσου συμβολαίων προγραμματικών συμβάσεων. 

Η εγκατάλειψη της αναποτελεσματικής μεθόδου αναδρομικής χρηματοδότησης και η μετάβαση στη συγκρότηση κλειστών σφαιρικών προϋπολογισμών σε επίπεδο χωρικής ενότητας (πληθυσμού αναφοράς) και ανά κατηγορία δαπάνης, αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας, καθώς δύναται να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τις τρέχουσας πολιτικής, περί ελέγχου της δαπάνης, αλλά και να εγγυηθεί την αποδοτικότητα του υγειονομικού συστήματος. Η διαμόρφωση της αγοράς της πρωτοβάθμιας φροντίδας με βάση την εισαγωγή εσωτερικού ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών, κρίνεται ως ικανή συνθήκη να εγγυηθεί την αποδοτικότητα του συστήματος και την άρση των αντινομιών οι οποίες το χαρακτηρίζουν. 

Η χρηματοδοτική ροή του οργανισμού όπως αυτή έχει σχεδιασθεί, ακυρώνεται και κατ’ επέκταση είναι αναγκαίο να επανεξετασθεί η επάρκεια και η καταλληλότητα των χρηματοδοτικών πηγών τόσο σε πολιτικό όσο και σε τεχνικό και επιχειρησιακό επίπεδο. 
Στην κατεύθυνση αυτή προτείνεται η διερεύνηση αναπροσαρμογής των ασφαλιστικών εισφορών με βάση το μέγεθος της επιχείρησης και της προστιθέμενης αξίας της, η υιοθέτηση “κοινωνικού ΦΠΑ” και η εφαρμογή του με κριτήρια δημόσιας υγείας. Επίσης διερευνάται η αναπροσαρμογή της συμμετοχής των ασφαλισμένων στο κόστος η οποία διαμορφώνεται αναλόγως του εισοδήματος και αντιστρόφως ανάλογα της ανάγκης, η υιοθέτηση μερικής εξαίρεσης από την κάλυψη με βάση την κλιμάκωση εισοδήματος και ακόμη η εισαγωγή ειδικής φορολογίας σε προϊόντα αποδεδειγμένης αρνητικής επίδρασης στην υγεία του πληθυσμού. 

Τέλος, κρίνεται απαραίτητος ο αναπροσανατολισμός του οργανισμού στην κατεύθυνση άσκησης ασφαλιστικής πολιτικής και η δημιουργία τεχνικού σώματος ασφαλιστικής ελεγκτικής ιατρικής προς διασφάλιση της ορθολογικής κατανομής της δαπάνης μέσω προσδιορισμού της ασφαλιστικής δέσμης στα πλαίσια της αποδεδειγμένης κλινικής αποτελεσματικότητας και οικονομικής αποδοτικότητας. Επιπλέον, οφείλεται η επαναχάραξη της πολιτικής υγείας με άξονα την απομάκρυνση από το δαπανηρό τεχνολογικό βιοϊατρικό παράδειγμα και την “στροφή ” προς την πρωτοβάθμια φροντίδα και την δημόσια υγεία. Η εισαγωγή- σε εθνική κλίμακα- ανωτάτου ορίου στη δαπάνη υγείας δεν είναι βιώσιμη λύση αλλά αντιθέτως η χρήση αναλόγων τεχνικών στο εσωτερικό του υγειονομικού τομέα για τον έλεγχο της προσφοράς μπορεί να συνεισφέρει στη βελτίωση της αποδοτικότητας. Η δραματική μείωση των πόρων και η ταχεία αποασφάλιση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού επιβάλλει τις διαρθρωτικές αλλαγές ως αναγκαστική κατεύθυνση για την βιωσιμότητα του υγειονομικού τομέα.

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου