Αξιόπιστα στατιστικά από το Σύστημα Λογαριασμών Υγείας βοηθούν πλέον στη χάραξη νέων πολιτικών στο χώρο της υγείας

Πηγή: ΑΠΕ 
Μία νέα αρχή για την αξιόπιστη καταγραφή των οικονομικών μεγεθών στο χώρο της Υγείας, που θα συμβάλλει και στον καλύτερο μελλοντικό σχεδιασμό του αρμόδιου υπουργείου, άρχισε να προσφέρει το Σύστημα Λογαριασμών Υγείας (ΣΛΥ).

Το σύστημα αυτό αποτελεί σημαντική μεταρρύθμιση που θα συμβάλλει στην ορθολογική χρήση των πόρων στην υγεία, στην εξάλειψη των στρεβλώσεων και στην εφαρμογή τεκμηριωμένων πολιτικών υγείας.

Με το μεταρρυθμιστικό αυτό έργο, για πρώτη φορά στη χώρα μας υπολογίζονται οι δαπάνες υγείας με βάση το Διεθνές Σύστημα Λογαριασμών Υγείας – System of Health Accounts του ΟΟΣΑ, το οποίο χρησιμοποιούν οι 35 χώρες του διεθνούς οργανισμού και η Eurostat, ενώ επιτρέπει τον ακριβή υπολογισμό της συνολικής δαπάνης υγείας, τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο καθηγητής Λυκούργος Λιαρόπουλος: «Με το νέο Σύστημα μέτρησης της δαπάνης υγείας, ο υπουργός, ο Τύπος και όλοι εμείς θα γνωρίζουμε πόσα χρήματα ξόδεψε το κράτος, η Κοινωνική Ασφάλιση και εμείς από τους προϋπολογισμούς μας, για ποιες υπηρεσίες υγείας και σε ποιους προμηθευτές υπηρεσιών και προϊόντων. Από του χρόνου, θα πρέπει να έχουμε και πληροφόρηση για το ποιες κατηγορίες πολιτών επιβαρύνονται πραγματικά και για ποιες υπηρεσίες επιβαρύνονται, καθώς επίσης θα μπορεί να γίνει και σύγκριση με συστήματα υγείας άλλων χωρών».

Τα αναλυτικά στοιχεία παρουσιάστηκαν σε ημερίδα από τον Ομ. Καθηγητή, Λυκούργο Λιαρόπουλο και την Όλγα Σίσκου, Επιστημονική Συνεργάτη του Εργαστηρίου, ενώ για τη σημασία του νέου Συστήματος Λογαριασμών Υγείας στην άσκηση πολιτικής υγείας μίλησαν ο Κυριάκος Σουλιώτης, Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και ο Χαράλαμπος Οικονόμου, Αν. Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου.

Ο πρόεδρος του ΕΟΦ, καθηγητής Ιατρικής του ΕΚΠΑ, Γιάννης Τούντας, στο σύντομο χαιρετισμό του σημείωσε: «Ένα μέγεθος που δε μετριέται δεν μπορεί να ελεγχθεί.

Ένας λόγος που δε μπορούσαμε να ελέγξουμε τις δαπάνες υγείας όλα αυτά τα χρόνια είναι γιατί δεν είχαμε αξιόπιστη καταμέτρηση των στοιχείων».

Το έργο αναπτύχθηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέσω του Εργαστηρίου Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας με βάση τη μεθοδολογία του ΟΟΣΑ, ήταν αντικείμενο μνημονίου συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου Αθηνών, του υπουργείου Υγείας και της ΕΛΣΤΑΤ και εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ. Το Σύστημα Λογαριασμών Υγείας προτάθηκε για εφαρμογή από τον ΟΟΣΑ το 2000 και τέθηκε σε εφαρμογή το 2003. Η χώρα μας είναι η τελευταία από τις 35 χώρες του οργανισμού που το έχουν εφαρμόσει.

Η Δρ Όλγα Χρ. Σίσκου, συντονίστρια της ομάδας εργασίας και επιστημονική συνεργάτης του εργαστηρίου Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας του ΕΚΠΑ, τόνισε: «Απώτερος σκοπός του έργου είναι τα οικονομικά δεδομένα συνδυαστικά με στοιχεία μη οικονομικών παραμέτρων να αξιοποιηθούν στην πράξη, ώστε η παροχή της υγειονομικής φροντίδας να είναι προσβάσιμη και αποτελεσματική για το σύνολο των δικαιούχων, με κόστος που η κοινωνία μπορεί να επωμιστεί».

Το Σύστημα Λογαριασμών Υγείας και η Εφαρμογή του στην Ελλάδα για τα έτη 2003-2011 έδειξε ότι: -Μεταξύ 2005 και 2009, όταν το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 38,1 δισ. ευρώ, τα 7,2 δισ.

ευρώ (ή το 18,9%) ήταν η αύξηση στη δαπάνη υγείας. Από αυτά, τα 6,8 δισ. ευρώ ήταν η αύξηση στη δημόσια δαπάνη υγείας, δηλαδή 17,8% της συνολικής αύξησης του ΑΕΠ. Είναι ενδιαφέρον ότι, ως προς το ΑΕΠ, το 2011 γυρίσαμε 5 χρόνια πίσω, στο 2006. Η δαπάνη υγείας (τόσο η συνολική όσο και η δημόσια) αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό απ’ ό,τι το ΑΕΠ.

-Στο χρονικό διάστημα 2005-2009 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 19,7%, ενώ η συνολική δαπάνη υγείας κατά 45% και η δημόσια δαπάνη υγείας κατά 73%. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε αν άλλος τομέας έχει δείξει παρόμοια συμπεριφορά.
-Στο διάστημα 2009 – 2011, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 22,6 δισ. ευρώ (ή 9,8%), ενώ η συνολική δαπάνη υγείας μειώθηκε κατά 4,4 δισ. ευρώ (ή 18,9%).

Έτσι, όπως επισημάνθηκε, από μηχανή «ανάπτυξης», η υγεία μεταβλήθηκε σε εργαλείο δημοσιονομικής εξυγίανσης. Αν η προηγούμενη διόγκωση οφείλονταν σε σπατάλη και διαφθορά, αυτή είναι καλή εξέλιξη. Αν όμως η μείωση της δαπάνης είναι «άρνηση υπηρεσίας» λόγω υποχρηματοδότησης, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι αρνητικά για το επίπεδο της υγείας του ελληνικού λαού.

Οι δύο κύριες κατηγορίες της δαπάνης υγείας είναι η ενδονοσοκομειακή και η φαρμακευτική, με την πρώτη να υπερέχει σταθερά και με αυξητική τάση.

Μεταξύ του 2005 και του 2009, η διαφορά της ενδονοσοκομειακής δαπάνης από τη φαρμακευτική αυξήθηκε από 1 δισ. ευρώ σε περίπου 2 δισ. ευρώ, λόγω και της αύξησης ορισμένων ιατρικών μισθολογίων και κάποιων λειτουργικών δαπανών στα δημόσια νοσοκομεία.

Αντίθετα, η εξωνοσοκομειακή φροντίδα (στην οποία περικλείεται και η διαγνωστική – εργαστηριακή) δείχνει σαφή υποχώρηση. Ενώ το 2005 υπερέχει σε σχέση με τη νοσοκομειακή κατά 600 εκατ. ευρώ, το 2009 υστερεί κατά 2 δισ. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης που αναφέρεται στη δευτερογενή πρόληψη η οποία σχετίζεται με τη διαμόρφωση της νοσηρότητας στη χώρα.

Ταχεία αύξηση σημείωσε η δημόσια δαπάνη μεταξύ 2005 και 2009. Φαίνεται ότι η δημόσια ενδονοσοκομειακή δαπάνη αυξήθηκε κατά 79%, από 3,9 δισ. ευρώ σε 7 δισ. ευρώ, σε μόλις τέσσερα χρόνια.

Μεταξύ 2008 και 2009, η δημόσια ενδονοσοκομειακή δαπάνη αυξήθηκε κατά 900 εκατ. ευρώ. Μερική εξήγηση μπορεί να δοθεί και από την αύξηση στις αποδοχές των Αναπληρωτών Διευθυντών Γιατρών στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, που προήχθησαν μαζικά στο βαθμό του Διευθυντή.

Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, αντίστοιχα αυξήθηκε από 3,6 δισ. ευρώ το 2006 σε 5,2 δισ. ευρώ το 2009, δηλαδή κατά 44%, προσθέτοντας 400-600 εκατ. ευρώ ετησίως.

Η πτώση και των δύο μεγεθών μετά το 2009 είναι εμφανής, ενώ προβληματίζει η πτώση της εξωνοσοκομειακής δαπάνης, κατά 500 εκατ. ευρώ από το 2009 έως το 2011. Δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της καλύπτει οδοντιατρικές και υπηρεσίες δευτεροβάθμιας πρόληψης (π.χ. εργαστηριακές διαγνωστικές υπηρεσίες και εξετάσεις) προκαλούνται ερωτήματα ως προς τις μακροχρόνιες συνέπειες στην υγεία του πληθυσμού.

Είναι εμφανής η σταθερά ανοδική πορεία της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης κατά 0,2% του ΑΕΠ κάθε έτος από το 2005 έως το 2009. Μετά το 2009 η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε κατά 0,2% του ΑΕΠ, ενώ εντονότερη ήταν η μείωση και της δημόσιας ενδονοσοκομειακής κατά 0,5% του ΑΕΠ από το 2009 έως το 2011, ως αποτέλεσμα των δραστικών περικοπών που επιβλήθηκαν από την τρόικα και στις δύο κατηγορίες δαπάνης.

Από τα δεδομένα προκύπτει ότι τα νοικοκυριά χρηματοδοτούν σε πολύ μεγάλο βαθμό τους παρόχους εξωνοσοκομειακής φροντίδας. Η κοινωνική ασφάλιση παρά την παρουσία του ΙΚΑ με τις δομές του, «σηκώνει» μόλις το ? του συνολικού βάρους των 5 δισ. – 6 δισ. ευρώ για εξωνοσοκομειακή φροντίδα.

Το μεγάλο μέρος της δαπάνης των νοικοκυριών είναι προς οδοντιατρεία, στα οποία κατευθύνονται περίπου 1,5 – 2 δισ. ευρώ ετησίως. Τα έτη 2005-2009 η δαπάνη των νοικοκυριών προς οδοντιατρεία παρέμενε σχεδόν αμετάβλητη κοντά στα 2 δισ. ευρώ.
Το 2010 μειώθηκε και το 2011 έπεσε κάτω από 1,5 δισ. ευρώ λόγω της οικονομικής κρίσης.

Σχόλια στο facebook

Σχόλια

Υποβολή σχολίου